Μάμα ΙΙ

Τα τυρβωδη, Της Μαργαριτας No Comments »

” ..Η μαμά έχει τα μαλλιά της ξέπλεκα, φαίνεται δεκαοχτώ χρονών. Το Παρίσι λικνίζεται ολόκληρο με τη μουσική των Bee Gees. Βγαίνουμε έξω. Καθόμαστε στο “Deux Magots”. Ανάβει το ”Gauloise” της.  Το δάχτυλό της πιέζει τον αναπτήρα, τα δάχτυλά της είναι γυμνά, μακριά, υπέροχα. Γυναίκες περάνε, έξοχες. Κοιτάμε τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά , τα πόδια. Το Παρίσι αστράφτει, κι εσύ αστράφτεις. Τα μαγουλά μου καίνε, τα δόντια μου τρίζουν, χαμογελάω στους περαστικούς. Αυτή τη στιγμή είσαι δικιά μου, η φυλακισμένη μου, η αθώα μου, η γυναίκα μου.

Στο σπίτι ο Μάριο είναι φέσι.
-Πού πήγατε ; φωνάζει. Πού πήγατε ; ουρλιάζει.

Δίνει στη μαμά ένα χαστούκι, τη ρίχνει χάμω…
Οι Bee Gees ηχούν στα αυτιά μου, τρομακτικοί… ”

 

Μαργαρίτα Καραπάνου, “Μαμά”, Εκδόσεις Ωκεανίδα 2004.

Μαμά Ι

Τα τυρβωδη, Της Μαργαριτας No Comments »

-ΜΑΜΑ, ΕΧΩ ΑΙΜΑ που τρέχει στα πόδια μου.
Στα μπούτια μου..
-Έγινες γυναίκα ουρλιάζει η μαμά. Έγινες γυναίκα! Σε μισώ! Δεν είσαι πια τίποτα. Ο άντρας θα σε εξουσιάζει! Θα σου κάνει παιδιά, θα σ’ έχει σκλάβα του.
- Μα εσύ, μαμά, δεν έχεις  άντρα.
-Έχω πολλούς, έτσι δεν έχω κανέναν.
Παίρνω τα καθαρά πανιά και τα βάζω κάτω απ’ το μαξιλάρι μου. Είμαι τόσο περήφανη! Τώρα πια είμαι σαν τη μαμά. Θα ‘χω άντρες, παιδιά, σκυλιά, γατιά, οτιδήποτε είναι ζωντανό…. 

 

Μαργαρίτα Καραπάνου, “Μαμά”, Εκδόσεις Ωκεανίδα 2004

Συλλογή από Λευκά

Τα τυρβωδη No Comments »

Λευκές σελίδες
Λευκός γάμος
Λευκά σεντόνια
Λευκά χέρια
Λευκή ισοπαλία
Λευκή επιταγή
Λευκά άνθη
Λευκές νύχτες
Λευκά μαλλιά
Λευκή αλεπού
Λευκά εσώρουχα
Λευκός ουρανός
Λευκά δόντια
Λευκό κύμα
Λευκή φυλή
Λευκό τοπίο

 

Συλλογή από Άγρια

Τα τυρβωδη No Comments »

Άγρια χόρτα
Άγριες σκέψεις
Άγρια ζώα
Άγριοι πόθοι
Άγρια χέρια
Άγρια λογομαχία
Άγρια ζωή
Άγριος πόλεμος
Άγριος καιρός
Άγρια δολοφονία
Άγρια νύχτα
Άγρια ελιά
Άγρια γένια
Άγριο ουρλιαχτό
Άγριο βλέμμα
Άγρια χαρά

Πάω πάλι για λίγο και επιστρέφω..

Τα τυρβωδη No Comments »

Περπάτησε λίγο περιεργαζόμενη τους εγκαταλειμμένους τάφους με τις σπασμένες ταφόπλακες και τους σταυρούς πεσμένους μέσα στις κοπριές των προβάτων που κατά καιρούς σταβλίζονταν εκεί. Ένιωσε το χεράκι από το μικρό αγρίμι να χώνεται στη χούφτα της. Γύρισε και το κοίταξε. Το σγουρόμαλλο κεφάλι του γεμάτο με αγκάθια από βάτους και φύλλα πουρναριού. Στο άλλο του χέρι κρατούσε σφιχτά τα κοτσύφια. Οι πλαστικές μπότες του γεμάτες νερό και λάσπη  από τα κοκκινοχώματα. Το ένιωσε τόσο φοβισμένο, αλλά εκείνο άφησε το χέρι της και ανέβηκε πάνω σε μια παλιά πέτρινη ταφόπλακα. «Γιαγιά, γιαγιά θες ψητό μαυροπούλι;» ρώτησε το μικρό αγρίμι τη ξεθωριασμένη φωτογραφία δίπλα από τη ταφόπλακα. Και ξαφνικά έσκυψε και τράβηξε με δύναμη το μισό κομμάτι της πλάκας. Η σιωπή και μαύρο της τρύπας ξεχύθηκαν με τόση ορμή έξω που τα σπουργίτια πέταξαν απότομα μακριά και το μικρό αγρίμι μη μπορώντας να ισορροπήσει κύλησε δίπλα χάνοντας μια από τις μπότες του. «Καλά έκανες και ψόφησες παλιόγρια» θύμωσε καθώς προσπαθούσε να φορέσει τη μπότα του.  Πέταξε τα δύο ντουφεκισμένα πουλιά  μέσα στην τρύπα, ποδοπάτησε μερικά μανιτάρια, έφτυσε πάνω τους, τίναξε τα χέρια του και ευτυχισμένο σχεδόν χοροπήδησε έξω και σέρνοντας τις δύο νούμερα μεγαλύτερες πλαστικές του μπότες πήρε το δρόμο για τους στάβλους…

 

 

Πάω για λίγο και έρχομαι, εντάξει;

Τα τυρβωδη 8 Comments »

….πέρασε κάτω από τη συστάδα  των πεύκων στην πίσω μεριά του παλιού Δημοτικού σχολείου. Κοίταξε ψηλά στην κορυφή του πιο ψηλού. Το μικρό αγρίμι ήταν εκεί σκαρφαλωμένο και ξυπόλυτο, καθόταν και αγνάντευε το χωριό από ψηλά. Έχει φάει ψωμί με μέλι και τα χέρια του και τα μούτρα του κολλούσαν. Τα υπολείμματα του μελιού είχαν ανακατευτεί με το ρετσίνι από τον κορμό του δέντρου. Προνοητικό είχε κρύψει τις παντοφλίτσες του κάτω από τις πευκοβελόνες για να μην τις βρουν οι περαστικοί. Έψαξε να βρει το βλέμμα του μικρού αγριμιού. Δεν την κοιτούσε, γραμμένη την είχε. Γραμμένους τους είχε συνήθως  όλους εκεί πάνω. Καθόταν και άκουγε τις πευκοβελόνες να ερωτοτροπούν με τον βρωμερό αέρα του χωριού και κρυφοκοιτούσε με κομμένη ανάσα το παράλογο χορό της καρακάξας από κλαδί σε κλαδί και το απαίσιο κρώξιμο της. «Πεινάς βρωμόπουλο ε;» ρώτησε την καρακάξα το μικρό αγρίμι. «Σε σιχαίνομαι» ξαναπευθύνθηκε στην καρακάξα και το ότι κατάφερε εκεί ψηλά να πει σε κάποιον με ήχο αυτή τη δύσκολη λέξη το γέμισε περηφάνια και θάρρος. «Ναι, σε σιχαίνομαι, γαμώ το χριστό σου, σε σιχαίνομαι, σε σιχαίνομαι…» και το στοματάκι που λίγο πριν ήταν μπουκωμένο μέλι έγινε οχετός υγρός.

Το μικρό αγρίμι άκουσε τη γεμάτη θυμό φωνή του πατέρα του να το καλεί και να το απειλεί αν δεν εμφανιζόταν. «Έρχομαι» ούρλιαξε και αστραπιαία κατέβηκε τον αφιλόξενο κορμό. Ξέμπλεξε τις πευκοβελόνες από τα μαλλιά του και φόρεσε τα παντοφλάκια.

Βρήκε τον πατέρα του να αρμέγει μισόγυμνος. Καλοκαίρι και απόγευμα. Η σκόνη από τις κοπριές στο μαντρί κολλούσε στη βαριά ζέστη. Η βαρβατίλα των τράγων μπούκωνε την ανάσα, την μύτη και το στόμα. «Πάρε τη βίτσα και γκίξε» πρόσταξε ο πατέρας. Έπιασε με υπερβολικό ζήλο να βιτσίζει τις πλάτες και τις ουρές των ζώων που αρνιόταν να μπουν στη σειρά για να αρμεχτούν και αποζητούσαν τη σκιά….

Ενα καλοκαίρι σουβλάκια:α) λαχανικών (πιπεριές μελιτζάνες μπάμιες κολοκυθάκια ντομάτες) β) φρούτων (σταφύλι, καρπούζι, πεπόνι,ροδάκινο, βερύκοκο) γ) γυναικείων ψιθύρων κάτω απο την κληματαριά …δυο μήνες έτσι!

Τα τυρβωδη 3 Comments »

Οικοιότητες (Ι)

Τα τυρβωδη 8 Comments »

Κάνει ντους και ακούει το κλειδί στην πόρτα.

-Μωρό γύρισα, ωραία μυρίζει εδώ μέσα, τι καλό μαγείρεψες;

- Κοκκινιστό με μακαρόνια, είμαι στο ντους, ίσως σου μυρίζει το σαπούνι

- Όχι είναι το φαγητό

Πηγαίνει στο ντους, τραβάει την κουρτίνα και τη φιλάει στο στόμα, φοράει το παντελόνι από το κουστούμι και άσπρο πουκάμισο, ξεκουμπώνεται, δεν κοιτάει τη γύμνια της γυναίκας, κατουράει.

- Έσπασα ρε μωρό , είχε κίνηση καθώς ερχόμουν, τελειώνεις?

Με την ηχητική υπόκρουση των νερών που πέφτουν στο ντους και στην τουαλέτα τραβάει την κουρτίνα και τον χαζεύει.

- Όχι περιμένω να με τελειώσεις εσύ αργότερα

- Όρεξη για παιχνιδάκια η κοριτσάρα;

- Πεινάς;

- Λιγάκι, θα φάω σε λίγο και θα πάρω και μαζί μου αύριο, έχει αρκετό;

- Έχει πάντα αρκετό για τον πρίγκηπα μου

- Κοίτα όμως πως είναι το “μαγικό  ραβδί”  μου

- Μην ανησυχείς για αυτό, το “μαγικό  ραβδί”  θέλει τη μάγισσα του, θα παίξω μαζί του αργότερα και θα το δεις πανέτοιμο για…θαύματα, μου δίνεις την πετσέτα;

 

Μια νύχτα και ο Paul Klee

Τα τυρβωδη, Των Βρυξελλών 2 Comments »

Fear

Απόψε το βράδυ σε ονειρεύτηκα Έσερνες το πάπλωμά μου στο δημόσιο δρόμου του χωριού Δεν θυμάμαι για πιο λόγο Έτρεχα ξοπίσω σου Όταν επιστρέψαμε στο μωβ δωμάτιο το πάπλωμα ήταν όλο λερωμένο από ζεστά σκατά σκύλου Άχνιζαν  Προσπάθησα δέκα φορές να βγάλω το κάλυμα να το πλύνω Δέκα φορές ήμουν έτοιμη να κάνω εμετό Ήξερα ότι δεν κάνω ποτέ εμετό Η πεταλούδα που έχω καταπιεί εδώ και τέσσερις μήνες πετάρισε μέσα μου Έβαλα το χέρι στην κοιλιά μου Το πρωί επισκέφτηκα την έκθεση του Paul Klee στο BOZAR φορώντας τα παπούτσια του tango

Δικαιοσύνη μάθετε οι ενοικούντας επί της γης..

Τα τυρβωδη 11 Comments »

Την έπιασε δυνατά από τα μαλλιά και την υποχρέωσε να γονατίσει.

- Έχεις κλάψει ποτέ σου ηλίθια κότα; έκλαψες ποτέ για τίποτα περισσότερο από το τομάρι σου ανόητη; Έκλαψες ποτέ σου για κάτι που δεν έχει σχέση με το μαλακισμένο εγωισμό σου; Σ’ άφησε ο γκόμενος , δεν σου πήρε ο μπαμπάς σου τ’ αμάξι που  ήθελες, δεν κέρδισες στο διαγωνισμό καλλίγραμμης γάμπας στο αμερικάνικο κολέγιο, έκλαψες ποτέ σου για κάτι περισσότερο από αυτά;  Κλάψε τώρα λοιπόν γιατί πονάνε οι ξανθές μπούκλες σου, κλάψε τώρα γιατί κάποιος μαλάκας ρέμπελος και χωριάτης θα χώσει το βρωμερό καυλί του στην ευαίσθητη κοιλίτσα σου, κλάψε τώρα από φόβο εγωίστρια του κερατά, κλάψε που κανείς από τους ευαίσθητους και τρυφερούς γονείς σου δεν είναι εδώ να σε ακούσουν να ουρλιάζεις και να σε βοηθήσουν. Του το είχα υποσχεθεί κάποτε του μαλάκα του πατέρα σου τότε που νόμιζε ότι ο κόσμος του ανήκει και έκανε τον άντρα τον αρχιδάτο παντού, θα σου γαμήσω την κόρη του είχα πει, και οι χωριάτες κρατάνε το λόγο τους, αυτό δεν το σκέφτηκε τότε ο πατερούλης σου, σου έχτιζε σπιτάκι να τα έχεις όλα εύκολα και έτοιμα και οι άνθρωποι σκουλήκια κάτω από τα camper του, ποιος είναι το σκουλήκι τώρα μου λες καριολίτσα; Ποιος από όλους μας είναι το σκουλήκι; Τον έπαιρνε ο πατερούλης σου το ξέρες αυτό; Γαμιόταν κανονικότατα και γούσταρε, βογκούσε από καύλα ενώ σκιζόταν ο κώλος του, κλάψε τώρα γιατί είμαι σίγουρος ότι είσαι τόσο καριόλα όσο και εκείνος και  στο τέλος θα το ευχαριστηθείς κιόλας, θα έρχεσαι σέρνοντας σε μένα να σε γαμήσω ξανά, κλάψε να σε βλέπω, κλάψε για κάτι που δεν έχει σχέση με το μαλακισμένο σου εγωισμό σου, κλάψε από φόβο ανόητη μικρή…