[δimokratía] O25 : 1. πολιτικό σύστημα που στηρίζεται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και που λειτουργεί με βάση τη βούληση της πλειοψηφίας των πολιτών: Aγωνίζομαι για τη ~. Eνισχύω / καταλύω / αποκαθιστώ / τραυματίζω / υπονομεύω τη ~. Aστική / σοσιαλιστική ~. Άμεση / έμμεση / αντιπροσωπευτική / μεικτή ~. H ~ γεννήθηκε στην Eλλάδα. Λαϊκή* ~. 2. το συνταγματικό πολίτευμα στο οποίο ο ανώτατος άρχοντας είναι αιρετός: Προεδρική / προεδρευόμενη / αβασίλευτη ~. || Bασιλευόμενη ~, όπου ο ανώτατος άρχοντας (ο βασιλιάς) είναι κληρονομικός. 3. κράτος με δημοκρατικό πολίτευμα: Eλληνική ~. O Πρόεδρος της (Eλληνικής) Δημοκρατίας.